Στις αρχές του 20ου αιώνα, η νόσος Carre  ήταν η πιο κοινή θανατηφόρος ασθένεια των σκύλων. Αδρανοποιημένα εμβόλια κατά της νόσου άρχισαν να χρησιμοποιούνται από τη δεκαετία του ’40, χωρίς όμως καλή αποτελεσματικότητα. Σημαντική αλλαγή έγινε τη δεκαετία του ’60, όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα ζωντανά τροποποιημένα εμβόλια. Λίγα χρόνια μετά φάνηκε ότι η νόσος Carre ήταν υπό έλεγχο.

Δυστυχώς όμως στις μέρες μας έχουν αυξηθεί και πάλι τα σκρούσματα της νόσου σε σκύλους, πιθανόν λόγω ανεπαρκών ή και αποτυχημένων εμβολιασμών. Επίσης τα τελευταία χρόνια λόγω των ανεξέλεγκτων εισαγωγών σκύλων από χώρες αμφιβόλου κτηνιατρικής υποδομής.

Ο ιός της νόσου Carre ( Canine Distemper Virus CDV) έχει στενή αντιγονική συγγένεια με τον ιό της ιλαράς του ανθρώπου χωρίς όμως να έχει καμία άλλη σχέση με τον άνθρωπο και φυσικά η νόσος δεν μεταδίδεται στον άνθρωπο. Ο ιός ανηκει στο γενος Morbillivirus της οικογένειας Paramyxoviridae .

Η νόσος του Carre  εμφανίζεται σ’ ολόκληρο τον κόσμο και έχει  μεγάλο εύρος ξενιστών. Πιο ευαίσθητα στη φυσική μόλυνση είναι τα σαρκοφάγα. Όλα τα ζώα της οικογένειας των Canidae (πχ. Σκύλοι, αλεπού, κογιότ, λύκος, τσακάλι, νυφίτσα, κ.α.

Ο CDV προσβάλλει σκύλους όλων των ηλικιών. Περισσότερο ευπαθή είναι τα κουτάβια που δεν έχουν αντισώματα μητρικής προελεύσεως. Η κύρια πηγή μόλυνσης είναι οι αναπνευστικές εκκρίσεις. Η απέκκριση του ιού ξεκινά περίπου 7 ημέρες μετά την μόλυνση. Η μετάδοση γίνεται μέσω του αέρα.    

Το γεγονός ότι, κουτάβια προερχόμενα από φαινομενικά υγιείς γονείς, τα οποία μεγάλωσαν κάτω από στείρες συνθήκες, παρουσίασαν συμπτώματα της νόσου Carre, δείχνει ότι η μόλυνση μπορεί να πραγματοποιηθεί και μέσω του πλακούντα.

Μεγάλες διακυμάνσεις παρατηρούνται τόσο στη σοβαρότητα όσο και στη διάρκεια εκδήλωσης της νόσου. Η νόσος μπορεί να είναι ασυμπωματική ή να εκδηλώνεται με σοβαρά συμπτώματα. Στη δεύτερη περίπτωση η θνησιμότητα ανέρχεται στο 50%.

Πολλές φορές η άνοδος της θερμοκρασίας του ζώου (3-6 ημέρες μετά τη μόλυνση) μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Η επανεμφάνισή της, συνήθως συνοδεύεται με ορώδες ή και  βλεννοπυώδες ρινικό και οφθαλμικό έκκριμα, κατάπτωση και ανορεξία. Στην συνέχεια, μπορεί να εμφανισθούν γαστροεντερικά ή και αναπνευστικά συμπτώματα, τα οποία συχνά επιδεινώνονται από δευτερογενείς βακτηριακές μολύνσεις.

Επίσης έχουμε και συμπτώματα από το κεντρικό νευρικό σύστημα όπως επιληπτικά φαινόμενα, κλονικούς σπασμούς, κατάπτωση, παράλυση κα μυϊκό τρόμο. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο λοιμογόνος ιός προκαλεί υπερκεράτωση των πελμάτων και της μύτης. Ένα συχνό εύρημα σε αναπτυσσόμενους σκύλους είναι η υποπλασία της αδαμαντίνης των δοντιών.

Επίσης υπάρχει και η εγκεφαλίτιδα των γέρικων σκύλων, χαρακτηρίζεται από προοδευτική κινητική και διανοητική ανεπάρκεια και καταλήγει σε θάνατο. Σήμερα εμφανίζεται σπάνια, λόγω της παρουσίας των πρώτων ζωντανών τροποποιημένων εμβολίων. Προς το παρόν δεν υπάρχει ειδικό αντιϊκο φάρμακο κατά της νόσου Carre των σκύλων. Για τον λόγο αυτό η θεραπεία είναι μη ειδική.

Η αγωγή με αντιβιοτικά ενδείκνυται επειδή συχνά εμφανίζονται δευτερογενείς βακτηριακές μολύνσεις της αναπνευστικής και της πεπτικής οδού. Επειδή οι σκύλοι με διάρροια είναι συνήθως αφυδατωμένοι, η χορήγηση υγρών και ηλεκτρολυτών είναι ίσως η πιο σημαντική ενέργεια για την υποστήριξη των ζώων αυτών.

Η αγωγή των νευρολογικών μορφών της νόσου συνήθως δεν αποδίδει.

Τα τελευταία 30 χρόνια ο έλεγχος της νόσου επετεύχθη με τα ζωντανά τροποποιημένα εμβόλια.

Εμβολιάζουμε αρχικώς με εμβόλια CDV σε ηλικία 6 έως 8 εβδομάδων.

Μετά δεύτερος εμβολιασμός μετά τις 3 έως 4 εβδομάδες και μετά ετήσιοι αναμνηστικοί εμβολιασμοί.

Άρα γίνεται κατανοητό ότι η ουσία όλη είναι η πρόληψη με τους εμβολιασμούς για την αντιμετώπιση αυτής της νόσου.

Ιωάννης Πολυζώης
Κτηνίατρος